Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
λεοντόκρανον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λεοντίδης
λεοντική
λεοντικός
Λεοντίνη
Λεοντῖνοι
λεόντινον
Λεοντῖνος
λεόντιον
Λεόντιον
λεόντιος
Λεόντιος
λεοντίς
Λεοντίς
λεοντίσκος
Λεοντίσκος
Λεόντιχος
λεοντοβάμων
λεοντόβασις
λεοντοβότος
λεοντόβοτος
λεοντόβρωτος
λεοντοδάμας
λεοντοδέρης
λεοντόδιφρος
λεοντοειδής
λεοντόθυμος
λεοντοκέφαλος
λεοντοκομέω
λεοντοκόμος
λεοντόκομος
λεοντόκρανον
λεοντόκρουνον
λεοντομάχος
λεοντομιγής
λεοντόμορφος
λεοντομύρμηξ
λεοντόπαρδος
λεοντοπέταλον
λεοντοπίθηκος
λεοντοπόδιον
Λεοντόπολις
λεοντόπους
λεοντοπρόσωπος
λεοντοτροφία
λεοντοῦχος
λεοντοφόνος
λεοντόφονος
λεοντοφόρος
λεοντοφυής
λεοντόχασμα
λεοντοχασμάτιον
λεοντόχλαινος
λεοντοχόρτας
λεοντόχορτος
λεοντόχρους
λεοντόψυχος
λεοντώδης
λεοντωδῶς
Λεοντών
λεοντώνυμος
λεόπαρδος
…
λεοντόκρανον
Save
LSJ
λεοντό-κρᾱνον, τό,
= Ἀμαζονικὸν ὅπλον,
Com.Adesp.
1365.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts