Skip to content Skip to search
About Report a problem (opens in a new tab)

Ὀλυμπιονίκας

Ὀλυμπιονίκας, Olympic victor

Ὀλυμπῐονῑκᾱς (-ας, -α, -αν; -αις: Οὐλυμπιονίκαν coni.)
    • a of an Olympic victor Θήρωνος Ὀλυμπιονίκαν ὕμνον ὀρθώσαις O. 3.3 Οὐλυμπιονίκαν δέξαι Χαρίτων θʼ ἕκατι τόνδε κῶμον (byz.: Ὀλυμπ- codd.) O. 4.8 τίμα μὲν ὕμνου τεθμὸν Ὀλυμπιονίκαν O. 7.88
    • b subs., Olympic victor εἰ δʼ εἴη μὲν Ὀλυμπιονίκας, τίνα κεν φύγοι ὕμνον; O. 6.4 Ἀλκιμέδοντα δὲ πὰρ Κρόνου λόφῳ θῆκεν Ὀλυμπιονίκαν O. 8.18 τὸν Ὀλυμπιονίκαν ἀνάγνωτέ μοι Ἀρχεστράτου παῖδα O. 10.1 ἀφθόνητος δʼ αἶνος Ὀλυμπιονίκαις οὗτος ἄγκειται O. 11.7 τὸ δὲ συγγενὲς ἐμβέβακεν ἴχνεσιν πατρὸς Ὀλυμπιονίκα δὶς ἐν πολεμαδόκοις Ἄρεος ὅπλοις P. 10.13

Saved

Recent

Keyboard shortcuts

/ s Search
← → Previous / next dictionary
1 – 9 Go to dictionary 1–9
j k Next / previous word in the word wheel
m Switch between Logeion and Morpho
b Save or unsave this word
Shift B Saved and recent words
l Look up the selected word
Esc Close suggestions or a panel
? This list