Θεσπρωτίς
Θεσπρωτίς, area around Dodona
Could not find Θεσπρωτίδος in Logeion dictionaries.
Θεσπρωτίδος Proper-name adjective: feminine genitive singular of Θεσπρωτίς
Θεσπρωτίς, ίδος, fém. du suiv. Pd. (Str. 328) ; Thc. 1, 46.
Θεσπρωτίς test., Strabo 7. 7. 10, p. 328. οἱ τραγικοί τε καὶ Πίνδαρος Θεσπρωτίδα εἰρήκασι τὴν Δωδώνην. ὕστερον δὲ ὑπὸ Μολοττοῖς ἐγένετο fr. 60.