Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Λάχων
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λάχε
λάχεια
λαχειδής
λαχεῖν
Λάχεσις
λάχεσις
λάχη
λαχή
Λάχης
λάχησις
λαχισμός
λαχμητήριον
λαχμός
λάχνα
λαχνάεις
λαχναῖος
λάχνη
λαχνήεις
λαχνῆς
λαχνόγυιος
λαχνόομαι
λάχνος
λαχνός
λαχνόω
λαχνώδης
λάχνωσις
λάχον
λάχος
λαχύφλοιος
λαχών
Λάχων
λάψ
λαψάνη
λαψάνιον
λαψάρων
λαψεῦμαι
λάψις
λάψομαι
λάψοντες
λαψοῦμαι
λάω
λαώδης
λάων
λεʹ
λέα
Λέαγρος
λεάδα
λεάζω
λέαινα
Λέαινα
λεαίνω
Λεάνδρειος
Λέανδρος
Λεάνειρα
λέανσις
λεάντειρα
λεαντέον
λεαντήρ
λεαντήριον
λεαντικός
λεανώμενος
…
Λάχων
Save
Brill-Montanari
Λάχων
-ωνος, ὁ
Lachon
,
male name
Bacchyl.
Epin.
6.1,
al.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}