λαχύφλοιος
λᾰχύφλοιος, ον
- , κάρυον Nic. Al. 269, expld. by Sch. ἐλάχιστον φλοιὸν ἔχοντος, as if it were ἐλαχύφλοιος, cf. λάχεια (vv. ll. δασύ-, ταχύ-, τασύ-φλοιος).
λᾰχύφλοιος -ον [ἐλαχύς , φλοιός ] soft-husked, of nuts Nic. Al. 269.
λαχύ·φλοιος, ος, ον [ᾰ] aux petites feuilles, Nic. Al. 269.
Étym. ἐλαχύς, φλοιός.
λαχύφλοιος, statt ἐλαχύφλοιος, mit dünner Rinde, Nic. Al. 269, l.d. Vgl. δασύφλοιος.