βηκία
βηκία, τά,
- = προβάτια, Hp. ap. Gal. 19.88: but βηκία and βηκίον (which = ἐλελίσφακος, Ps.-Dsc. 3.33, and = ψευδοδίκταμνος, ib. 32), = βήχιον, Erot., Ps.-Dsc. 3.112. βηκώνιον· εἶδος βοτάνης, Hsch. (leg. μηκ-).
βηκία, ας (ἡ) sorte de plante, Erot. 102.
Étym. βήξ.