δέδια Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape δέδια, poet. δείδια, v. δείδω. δέδια v. δείδω. δέδια, v. δείδω. δέδια, δεδίασι zie δέδοικα. δέδια, p. δείδια, s. δείδω.