Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δέρμη
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δέρκω
δέρμα
δερμάτειος
δερματηρά
Δερματήσιοι
δερματίδιον
δερματική
δερματίκιον
δερματικόν
δερματικός
δερμάτινος
δερμάτιον
δερματίς
δερματοβάφος
δερματοθήκη
δερματόκολλα
δερματομαλάκτης
δερματόομαι
δερματόπτερος
δερματοπώλης
δερματοράφος
δερματουργία
δερματουργικός
δερματουργός
δερματοφαγέω
δερματοφορέω
δερματοφόρος
δερματοχίτων
δερματόω
δερματώδης
δέρμη
Δέρμη
δερμηστής
δέρμητες
δερμοκουκούλιον
Δερμονεῖς
δερμόπτερος
δερμορράφιον
δερμότυλον
δερμύλλω
Δέρνης
Δερξεύς
Δερξίας
δέρξις
δεροεργής
δέρον
δέρος
δέροτρον
δέρρα
Δερραῖοι
δέρρη
δερρίδιον
δερριδόγομφος
Δέρριμα
Δέρριοι
δέρριον
δερρίον
Δερρίοπες
Δερρίοπος
δέρρις
Δέρρις
…
δέρμη
Save
LSJ
DGE
δέρμη·
ὁδός,
Hsch.
δέρμη·
ὁδός
Hsch. (prob. por δέσμη).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}