δέρριον
δέρριον· τρίχινον σακίον, Hsch.
1 piel, pellejo
ψιλὸν περὶ πλευρῇσι <δέρριον> βοός
χείλη ... οἷον δέρριά τινα
2
δ.· τρίχινον σακίον
δέρριον, ου (τὸ) dim. du suiv. Anacr. 19, 5.
1 piel, pellejo
ψιλὸν περὶ πλευρῇσι <δέρριον> βοός
χείλη ... οἷον δέρριά τινα
2
δ.· τρίχινον σακίον