δεδίσκομαι
δεδίσκομαι, to greet
δεδίσκομαι,
- v. δειδίσκομαι.
- II v. δειδίσσομαι.
1 δεδίσκομαι (seul. part. prés. -όμενος) saluer du geste, Od. 15, 150.
Étym. v. δείκνυμι ; cf. δειδίσκομαι.
2 δεδίσκομαι, chercher à faire peur, Hh. Merc. 163 (prés. 2 sg. -ίσκεαι, conj. p. τιτύσκεαι) ; Ar. Lys. 564 (impf. 3 sg. ἐδεδίσκετο).
Étym. p. *δεδϝίσκομαι, v. δείδω ; cf. δεδίσσομαι et δειδίσσομαι.
2. δεδίσκομαι zie δειδίσκομαι.
δεδίσκομαι ¹, = δειδίσκομαι, Od. 15.150.
δεδίσκομαι ², = δεδίσσομαι, H.h. Merc. 163 ; Ar. Lys. 564.
δεδίσκομαι
= δειδίσκομαι 1 Od. 15.150.
δεδίσκομαι and δειδίσκομαι (δείκνῡμι): bid welcome or farewell (by gesture), pledge; δέπαϊ, δεξιτερῇ χειρί. (Od.)
δεδίσκομαι
= δειδίσκομαι
- to greet, Od.