Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
λαχμητήριον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λαχανοπράτης
λαχανοπροβάλλω
λαχανόπτερος
λαχανοπωλεῖον
λαχανοπωλέω
λαχανοπώλης
λαχανοπωλήτρια
λαχανοπωλία
λαχανοπωλικός
λαχανοπώλιον
λαχανόπωλις
λαχανόσπερμον
λαχανοφαγία
λαχανοφαγίη
λαχανοφόρος
λαχανώδης
λαχανωνυμία
Λαχάρης
Λάχαρτος
λάχε
λάχεια
λαχειδής
λαχεῖν
Λάχεσις
λάχεσις
λάχη
λαχή
Λάχης
λάχησις
λαχισμός
λαχμητήριον
λαχμός
λάχνα
λαχνάεις
λαχναῖος
λάχνη
λαχνήεις
λαχνῆς
λαχνόγυιος
λαχνόομαι
λάχνος
λαχνός
λαχνόω
λαχνώδης
λάχνωσις
λάχον
λάχος
λαχύφλοιος
λαχών
Λάχων
λάψ
λαψάνη
λαψάνιον
λαψάρων
λαψεῦμαι
λάψις
λάψομαι
λάψοντες
λαψοῦμαι
λάω
λαώδης
…
λαχμητήριον
Save
LSJ
λαχμητήριον, τό, (λαχεῖν)
= λάχος, λαχμός (A),
Eust.
674.24.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts