πέσος
πέσος, fall
πέσος, εος, τό,
- = πτῶμα II, πέσεα E. Ph. 1298 (lyr.).
πέσος, εος-ους (τὸ) corps tombé, d’où cadavre, Eur. Ph. 1299.
Étym. πίπτω.
πέσος, τό, = πέσημα, πτῶμα, Fall, Eur. Phoen. 1307, im plur., Wucht, Schwere.
πέσος, εος, τό,
= πτῶμα II, pl. πέσεα Eur.