Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ψωριώδης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ψωλήκυσθος
ψωλόεις
ψωλός
ψώλων
ψωμάριον
ψώμηξ
ψωμίζω
ψωμίον
ψωμίς
ψώμισμα
ψωμισμός
ψωμόδουλος
ψωμοκολακεύω
ψωμοκόλαξ
ψωμοκόλαφος
ψωμόλεθρος
ψωμοποιός
ψωμοπωλεῖον
ψωμός
ψώρα
ψωραγριάω
ψωραλέος
ψωραλόεις
ψωρανθεμίς
ψωράριος
ψωράω
ψωρίασις
ψωριάω
ψωρικός
ψωρίτης
ψωριώδης
ψωροειδής
ψωροπέταλοι
ψωρός
ψωροφθαλμία
ψωροφθαλμιάω
ψωρώδης
ψώρωσις
ψῶσαι
ψώσματα
Ψωφίδιος
Ψωφίς
ψωχός
ψῶχος
ψώχω
ψώω
Ω
ὦ
ὥ
ὧ
ὤ
ᾧ
ὦ μοι
ὦ τᾶν
ὦ τάν
ὤ ’νθρωπε
Ω, ω
ᾤα
ὤα
ᾠά
ὠαιαί
…
ψωριώδης
Save
Pape
ψωριώδης
, ες, = ψωροειδής, Io. Laur. Lyd.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}