ψωρίασις
ψωρ-ίᾱσις, εως, ἡ,
- = ψώρα, in pl., Dsc. 1.100, 3.5.
ψωρίασις, εως (ἡ) [ᾱ] éruption galeuse, Diosc. 1, 133 ; 3, 7.
Étym. ψωριάω.
ψωρίασις, [ᾱ], ἡ, das Krätzig-, Schäbigsein, Schäbigwerden, übh. = ψώρα, Sp.