seasonably
seasonably
adv.
P. εὐκαίρως, P. and V. καιρίως (Xen.), καιρῷ, ἐν καιρῷ, εἰς καιρόν, εἰς δέον, ἐν τῷ δέοντι, ἐν κᾰλῷ, εἰς κᾰλόν, V. πρὸς καιρόν, πρὸς τὸ καίριον, ἐν δέοντι.
In the nick of time: V. εἰς ἀρτί̆κολλον, εἰς ἀκρῑβές.
Fittingly: P. and V. συμμέτρως, πρεπόντως, P. προσηκόντως, V. ἐναισί̆μως ; see fitly.
adv.
P. εὐκαίρως, P. and V. καιρίως (Xen.), καιρῷ, ἐν καιρῷ, εἰς καιρόν, εἰς δέον, ἐν τῷ δέοντι, ἐν κᾰλῷ, εἰς κᾰλόν, V. πρὸς καιρόν, πρὸς τὸ καίριον, ἐν δέοντι.
In the nick of time: V. εἰς ἀρτί̆κολλον, εἰς ἀκρῑβές.
Fittingly: P. and V. συμμέτρως, πρεπόντως, P. προσηκόντως, V. ἐναισί̆μως ; see fitly.
SEASONABLY
in tempore: tempestive
in tempore: tempestive
seasonably:
1. (in) tempore, ad tempus: v.SEASON (II.).
2. tempestīvē: Cic. N. D. 2, 62, fin.: Hor.
1. (in) tempore, ad tempus: v.
2. tempestīvē: Cic. N. D. 2, 62, fin.: Hor.