twisted
twisted
adj.
P. and V. πλεκτός (Xen.), πολύπλοκος (Plat.), V. ἑλικτός.
Distorted: V. διάστροφος.
Crooked: P. σκολιός (Plat.).
Bent: P. and V. καμπύλος (Plat.), V. στρεπτός ; see curved.
adj.
P. and V. πλεκτός (Xen.), πολύπλοκος (Plat.), V. ἑλικτός.
Distorted: V. διάστροφος.
Crooked: P. σκολιός (Plat.).
Bent: P. and V. καμπύλος (Plat.), V. στρεπτός ; see curved.