unrest
unrest
subs.
P. ταραχή, ἡ, V. τᾰραγμός, ὁ, τά̆ραγμα, τό.
Political unrest: P. κίνησις, ἡ, P. and V. στά̆σῐς, ἡ.
subs.
P. ταραχή, ἡ, V. τᾰραγμός, ὁ, τά̆ραγμα, τό.
Political unrest: P. κίνησις, ἡ, P. and V. στά̆σῐς, ἡ.
unrest: inquies, inquiētūdo, ăgĭtātio: v. RESTLESSNESS .