About Report a problem

Menu

unsociable

unsociable
adj.
P. ἀκοινώνητος, ἀνομίλητος, δυσκοινώνητος, P. and V. ἄ̆μικτος.
Unapproachable:
P. δυσπρόσοδος, V. ἄπλᾱτος, ἀπροσήγορος, δυσπρόσοιστος, δυσπρόσῐτος.
Be unsociable:
P. ἀπροσοίστως ἔχειν.

Saved

Recent