Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Δέρκυλλος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Δερζελας
δέρη
δερηστήρ
δέρθω
δερίαι
Δεριεῖς
δέριον
ΔέρϜιος
δερίπιον
δέρις
Δερίς
δεριστήρ
Δερκέβιοι
Δερκεία
δερκέσκετο
Δερκετάδης
Δερκεταῖος
Δερκέτης
Δερκετώ
δερκευνής
δέρκηθρον
δερκία
δερκιάομαι
Δέρκιππος
δέρκομαι
Δερκυλίδας
Δερκυλίδειος
Δερκυλίς
δερκύλλειν
Δερκυλλίδας
Δέρκυλλος
Δερκύλος
Δέρκυλος
Δέρκυνος
δέρκω
δέρμα
δερμάτειος
δερματηρά
Δερματήσιοι
δερματίδιον
δερματική
δερματίκιον
δερματικόν
δερματικός
δερμάτινος
δερμάτιον
δερματίς
δερματοβάφος
δερματοθήκη
δερματόκολλα
δερματομαλάκτης
δερματόομαι
δερματόπτερος
δερματοπώλης
δερματοράφος
δερματουργία
δερματουργικός
δερματουργός
δερματοφαγέω
δερματοφορέω
δερματοφόρος
…
Δέρκυλλος
Save
Bailly 2024
Δέρκυλλος,
ου
(
ὁ
)
c. le suiv.
Plut.
Phoc.
32 ;
El.
Ep. rust.
7, 8, 17
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}