Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βεκτοῦρα
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βείδιος
βειέλοπες
βείελοψ
βειέλοψ
Βειθ-
βεικάδες
βεικάς
βεικάσθων
βείκατι
βείκηλα
βεικηλᾶ
βεῖκος
βειλαρμόστας
βειλαρμοστάς
βείλομαι
βεινέω
βεινητιάω
βείομαι
βείρακες
βειρακή
βείριξ
βειρόν
Βείτυλος
βείω
βείωνται
βεκάς
βεκάτερος
βεκκεσέληνος
βέκος
βεκός
βεκτοῦρα
βεκῶς
βέλα
βελάς
βελάσεται
Βέλβινα
Βελβινήτης
Βελβινίτης
Βέλγαι
Βελγαῖος
Βέλγη
Βελγήδη
Βελγικός
Βελγυναία
Βελέβατος
βελεβέκη
βελεηφόρος
Βέλεια
βελειώδυνος
βέλεκκοι
βέλεκκος
βέλεκοι
βέλεκος
Βελεμίνα
βελεμνίτης
βέλεμνον
Βέλεν
βελένιον
βελενίτης
βελενκώθιον
Βελεοῦς
…
βεκτοῦρα
Save
DGE
βεκτοῦρα
-ης, ἡ
lat.
uectura
,
dieta de viaje
,
viático
,
DP
17.1.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}