Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βραδυφαγία
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βραδύνοια
βραδύνοος
βραδυνός
βραδύνους
βραδύνω
βραδυπαθέω
βραδυπειθής
βραδυπεπτέω
βραδύπεπτος
βραδυπετή
βραδυπευθής
βραδυπεψία
βραδύπιστος
βραδυπλοέω
βραδυπλοΐα
βραδύπνοος
βραδυπορέω
βραδύπορος
βραδυπόρος
βραδύπους
βραδύς
βραδυσιτέω
βραδυσιτία
βραδυσκελής
βραδυσμός
βραδυστομέω
βραδυτεκνία
βραδυτής
βραδυτοκέω
βραδυτόκος
βραδυφαγία
βραδυχρόνιος
βράδων
Βράζης
βράζω
βράθυ
Βραθύ
βραϊδίως
Βραισία
Βραισοί
Βραιτόλαιον
βράκαι
βράκαλον
βράκανα
Βρακαραγύστα
βρακαρίαι
Βρακάριοι
βρακάριος
βρακᾶτος
βρακεῖν
βρακέλλαι
βράκες
βράκετον
βράκετρον
βράκια
βρακίας
βράκιον
βράκος
Βραμάγαρα
βραμέναι
Βράμμα
…
βραδυφαγία
Save
DGE
βραδυφαγία
-ας, ἡ
hábito de comer lentamente
Ephr.Syr.3.425F.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}