δέλος
δέλος, εος, τό,
- = δέλεαρ, Eust. 235.7: gen. pl. δελέων PMag.Par. 1.939.
δέλος, εος-ους (τὸ) c. δέλεαρ, Opp. H. 3, 437.
δέλος, τό, = δέλεαρ, Geop.; vgl. Opp. H. 3.437.