δαρός Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape δᾱρός, δᾱρό-βιος, Dor. for δηρός, δηρό-βιος:δαρόν also expld. by ἑορτή, and ἄρτος ἄζυμος (cf. δάρατος), Hsch. δαρός v. δηρός. δαρός, v. δηρός. δαρός, [ᾱ], dor = δηρός.