δρήστειρα
1 servidora
αἵ οἱ δῶμα κάτα δρήστειραι ἔασι
las que están en su casa como servidoras
2 autora, artífice de pers.
ὄμοσον ... σύν τε δ. πέλεσθαι
jura ser copartícipe, e.d., jura que actuará de acuerdo (conmigo)
• de una planta
μούνη γὰρ δ. βροτῶν ἀπὸ κῆρας ἐρύκει
como única autora, e.d. actuando por sí sola aparta de los hombres la muerte
δρήστειρα, v. *δράστειρα.
δρήστειρα, ἡ, fem. zu δρηστήρ, Dienerin ; Homer zweimal, Od. 10.349, 19.345 ἀμφίπολοι – τέσσαρες, αἵ οἱ (γυνὴ – τάων αἵ τοι) δῶμα κάτα δρήστειραι ἔασιν ; – sp.D, wie Ap.Rh. 3.700.
δρήστειρα
ἡ
[fem. of δρηστήρ.]
A female servant: αἳ δῶμα κάτα δρήστειραι ἔασιν Od. 19.345. Cf. Od. 10.349.