δρόμημα
δρόμ-ημα, v. δράμημα.
carrera
στέγη πυκνοῖσιν ἐκτύπει δρομήμασιν
τὸ δὲ δ. συνεχῶς ὥσπερ κυνός ἐστι
ποδῶν ... συντόνοις δρομήμασιν
• ref. al correo de posta persa, A.Pers.247 (var.)
• carrera de competición
ἁμίλλη ἱππικῶν δρομημάτων
• de los astros carrera, curso
Πελειάδος
κύκλιον δ.
τὸ τῆς Σελήνης δ.
δρόμημα, ατος (τὸ) c. δράμημα, Eur. Ph. 1379, Bacch. 1091 ; Arstt. H.A. 9, 44.
δρόμημα, τό, = δράμημα ; als v.l. Aesch. Pers, 243 ; Arist. H.A. 9.44 ; vgl. Lobeck Phryn. 619.