Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λεοτριβέω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λεοντόκρουνον
λεοντομάχος
λεοντομιγής
λεοντόμορφος
λεοντομύρμηξ
λεοντόπαρδος
λεοντοπέταλον
λεοντοπίθηκος
λεοντοπόδιον
Λεοντόπολις
λεοντόπους
λεοντοπρόσωπος
λεοντοτροφία
λεοντοῦχος
λεοντοφόνος
λεοντόφονος
λεοντοφόρος
λεοντοφυής
λεοντόχασμα
λεοντοχασμάτιον
λεοντόχλαινος
λεοντοχόρτας
λεοντόχορτος
λεοντόχρους
λεοντόψυχος
λεοντώδης
λεοντωδῶς
Λεοντών
λεοντώνυμος
λεόπαρδος
λεοτριβέω
Λεοτροφίδης
λεουργός
λεπαδεύομαι
λεπαδνιστήρ
λέπαδνον
λεπαδοτεμαχο-
λεπάζω
λεπαῖος
λέπαμνον
λέπανος
λέπαργος
λέπας
λεπάς
λέπασμα
λεπαστή
λεπαστίς
λέπαστρον
Λεπέτυμνος
λεπέω
Λεπίδα
λέπιδι
λέπιδι(ν)
λεπίδιον
λεπιδίσκη
λεπιδοειδής
λεπιδόομαι
Λέπιδος
λεπιδόχαλκος
λεπιδόω
λεπιδωτός
…
λεοτριβέω
Save
LSJ
λεοτριβέω,
= λειοτριβέω (q.v.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}