Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιβυκή
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιβανωτρίς
λιβάς
λιβδύειν
λιβελλήσιος
λίβελλος
λίβερνος
λιβερτῖνος
Λιβερτῖνος
λίβερτος
λίβηθρον
λιβηρός
Λιβία
λιβιανόν
λιβικός
Λίβιος
Λιβίτινα
λιβλάριος
λίβον
λιβόνοτος
λιβός
λίβος
λιβοφοῖνιξ
λιβρός
Λιβύα
Λιβύαθε
Λιβύανδε
Λιβυάρχης
Λιβυαφιγενής
Λιβύη
Λιβύηθε
λιβυκή
Λιβυκός
λιβυκός
λίβυον
λιβυός
Λιβυρνία
λιβυρνικόν
Λιβυρνικός
λιβυρνίς
Λιβυρνίς
Λιβυρνοί
Λιβυρνός
Λίβυς
λίβυς
Λίβυσσα
λιβυστιάς
λιβυστικᾶτον
λιβυστικάτον
Λιβυστικόν
λιβυστικόν
Λιβυστικός
Λιβυστῖνος
Λιβυστινός
Λιβυστίς
Λιβυφοῖνιξ
Λιβυφοίτης
λίβω
Λίβων
λίγα
λιγαίνω
λιγάνταρ
…
λιβυκή
Save
Pape
λιβυκή
, ἡ,
eine Pflanze
, sonst ἄγχουσα, Diosc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}