λορδαίνω
λορδ-αίνω,
- = λορδόω, Hp. Art. 46.
λορδαίνω impf. mid. ἐλορδαινόμην Hp. Art. 47; Hp. l.c., al., see λορδόω.
λορδαίνω, c. λορδόω, Hpc. 812c, etc.
λορδαίνω, = λορδόω, Hippocr. im Ggstz von συμφέρω, u. Sp.