Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μούρρινος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μουνοέτις
μουνοκέλης
μουνόκερος
μουνόκωλος
μουνολεχής
μουνολέων
μουνόλιθος
μουνομαχέω
μουνομαχίη
μουνονυχί
μουνοπάλα
μουνοπάλης
μουνόπους
μουνορύχας
μουνορύχης
μοῦνος
μουνοτόκος
μουνόφθαλμος
μουνοφυής
μουνόω
Μουνυχία
Μουνυχίαζε
Μουνυχίασι
Μουνυχιών
μουνώψ
Μουργίσκη
Μουρήνας
Μοῦρκος
Μουρρήνας
μουρρίνη
μούρρινος
μούρσινος
Μουρυχίδης
Μοῦσα
μοῦσα
Μουσαγέτας
Μουσαγέτης
μουσαῖος
Μουσαῖος
Μουσαϊσταί
μούσαξ
μουσάριον
Μουσάριον
Μούσαρχος
μούσαρχος
Μουσᾶς
Μουσεῖον
μουσεῖον
Μούσειος
μούσειος
μουσειόω
μουσείωσις
μουσηγετέω
Μουσηγέτης
μουσήλιον
Μουσήλιος
μουσιάζω
μουσιάριος
μουσίδδει
μουσίδδω
μουσίζω
…
μούρρινος
Save
Bailly 2024
μούρρινος,
η, ον
=
lat.
murrhinus
, de porcelaine,
Arr.
Epict.
3, 9, 21
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}