About Report a problem

Menu

οὐδοπότερος

οὐδοπότερος,
  • v. ὁπότερος. οὐδοποτέρωσε, v. ὁποτέρωσε. οὐδοπωσοῦν, οὐδοπωστιοῦν, v. ὁπωσοῦν.

Saved

Recent