οὐδοπότερος
οὐδοπότερος,
- v. ὁπότερος. οὐδοποτέρωσε, v. ὁποτέρωσε. οὐδοπωσοῦν, οὐδοπωστιοῦν, v. ὁπωσοῦν.
οὐδοπότερος, = οὐδέτερος, Dion.Hal. 2.58.