προανακαθαίρω
προανακαθαίρω, clear away first
προανα-κᾰθαίρω,
- clear away first, τὰς ἐμποδίους δόξας τῆς τοιαύτης θεωρίας Procl. in Alc. p.251 C.:so in Med., ταῦτα . . ἀναγκαῖον ἦν -καθήρασθαι Anon. in Tht. 2.10.