προσανατέλλω
προσανατέλλω, to rise up towards
προσανα-τέλλω, poet. προσαντ-,
- rise up to, ἐς οὐρανόν E. Supp. 688.
προσ·ανατέλλω, poét. προσ·αντέλλω, s’élever vers, Eur. Suppl. 688.
προσανατέλλω, poet. προσαντέλλω, dazu, daneben aufgehen, aufsteigen, τὴν εἰς οὐρανὸν κόνιν προσαντέλλουσαν, Eur. Suppl. 688.
προσανατέλλω
poet. προσ-αντ
- to rise up towards, Eur.