σαυρίδιον Save σαυρίδιον, watercress LSJ Bailly 2024 Pape σαυρ-ίδιον, v. σαύρα II. σαυρίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] sorte de cresson, Hpc. 875a. Étym. σαύρα. σαυρίδιον, τό, s. σαύρα 3, Hippocr.