Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τωκάλιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Τύχων
τύψαι
τύψε
τύψις
τῷ
τώ
τῶ
τῳ
τῷ ’μῷ
τὼ ’φθαλμώ
τῷ ’χλῳ
τὠβολώ
τὤγαλμα
τώγε
τὠγκίστρω
τὠγκίστρῳ
τὠγκρίστρω
τὤγκυκλον
τώδε
τῶδε
τῷδε
τωδί
τωθάζω
τώθασμα
τωθασμός
τωθαστής
τωθαστί
τωθαστικός
τωθαστικῶς
τωθεία
τωκάλιον
τᾠκίᾳ
τὠκίδιον
τὤλγεος
τὠληθές
τὠλίγον
τὤμισυ
τὦμον
τὠμπέχονον
τὠμώ
τὠμῶ
τὠμῷ
τῶν
τῶνδε
τῶνδεων
τωνδέων
τωνδί
τὤνδιον
τὦνδρες
τὠνείρατα
τωνί
τῶννυ
τὤντρῳ
τὠπί
τὠπιγράμματε
τὠπό
τὠποβαῖνον
τὦπος
τὦρα
τὠραμένῳ
τὠργείου
…
τωκάλιον
Save
LSJ
τωκάλιον, τό,
name of an unknown article, τωκάλια δύο
PMasp.
340v. 38 (vi A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}