Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀγκαλιδοφόρος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἁγιστός
ἄγιστρον
ἁγιστύς
Ἀγίσυμβα
ἄγιτε
ἁγιτεία
ἁγίτης
ἀγιχῶ
ἁγιωδέστατα
ἁγιώδως
ἁγίως
ἁγιωσύνη
ἀγκ
ἀγκ-
ἀγκάζομαι
ἄγκαθεν
Ἀγκαῖον
Ἀγκαῖος
ἀγκαλέους
ἀγκαλέω
ἀγκάλη
Ἀγκάλη
ἀγκαλιαγωγός
ἀγκαλιδαγωγεῖν
ἀγκαλιδαγωγέω
ἀγκαλιδαγωγός
ἀγκαλίδη
ἀγκαλιδηφόρος
ἀγκαλιδοπώλης
ἀγκαλιδοφορέω
ἀγκαλιδοφόρος
ἀγκαλίζομαι
ἀγκαλίζω
ἀγκαλικῶς
ἀγκαλῖναι
ἀγκαλίνη
ἀγκαλίς
ἀγκάλισμα
ἀγκαλισμός
ἀγκαλιστός
ἄγκαλος
ἀγκαλπίς
ἀγκαπίς
Ἄγκαρα
Ἀγκαράτης
ἀγκάς
ἀγκάσι
ἀγκάσιν
ἄγκε
ἄγκειμαι
ἄγκειται
ἀγκεκυβρικώς
ἀγκεντέοντα
ἀγκεράτεσσι
ἀγκή
ἀγκήεις
ἀγκηθής
ἀγκιδοθήκη
ἀγκίλιον
ἀγκινάρα
ἀγκίον
…
ἀγκαλιδοφόρος
Save
DGE
ἀγκαλιδοφόρος
-ον
que lleva en brazos
,
porteador
,
Et.Gen
.
α
10.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}