ἀμφαρής
ἀμφαρής· πωρουμένη, κατολιγωρουμένη, Hsch.: also glossed by γυμνός (i.e. ἀφαρής) and ἐπιφανής (i.e. ἀμφιφαής), Id.
περιορωμένη, κατολιγωρουμένη καὶ γυμνός, ἐπιφανής
περιορωμένη, κατολιγωρουμένη καὶ γυμνός, ἐπιφανής