ἁλιαδίτης
ἁλιαδίτης, ὁ, title of posting-official,
- = γραμματηφόρος τοῦ ὀξέως δοόμου, PFlor. 39.16 (iv A. D.).
correo fluvial
ἁλιαδιτῶν ὑπ[ηρετο]υμένων τῷ δημοσίῳ δρόμῳ
ἁ. ἤτοι γραμματηφόρος τοῦ ὀξέως δρόμου