ἄραξ
ἄραξ, ακος, ὁ,
- = ἄρακος, PMeyer 12.23 (ii A. D.), PTeb. 423.4 (iii A. D.), etc.
arveja o almorta
κριθαί τε καὶ ... ἄραξ
ἄραξ, ακος (ὁ) [ᾰᾰκ] c. ἄρακος, Clém. 338.