ἄρκειος
ἄρκειος, of a bear
ἄρκειος, α, ον,
- = ἄρκτειος, of a bear, στέαρ Dsc. 1.125.3, 2.19; δέρματα D.Chr. 7.43, cf. Edict.Diocl. 8.33.
- 2 πνοὴ ἄρκειος a northern blast, A. Fr. 127 (Lob. for ἄρκιος).
ἄρκειος, α, ον, d’ours, Diosc. 2, 21 ; D. Chr. 1, 235 ; τὸ ἄρκειον, Diosc. 4, 107, bardane, plante.
Étym. cf. ἄρκτειος.
ἄρκειος, = ἄρκτειος, vom Bären, Theophr.