Ἡρακλήειος
Ἡρακλήειος, of Heracles
Ἡρακλήειος, Ἡρακλήϊος, v. Ἡράκλειος.
Ἡρακλήειος
- Adj. from Ἡρακλέης. βίη Ἡρακλείη, = Ἡρακλέης Il. 2.658, 666, Il. 5.638, Il. 11.690, Il. 15.640, Il. 19.98: Od. 11.601.
- So βίη Ἡρακλῆος Il. 18.117.
Ἡρακλήειος : of Heracles, only in the periphrasis βίη Ἡρᾱκληείη (see βίη).