ἰβανατρίς
ἰβανατρίς, rope of a draw-well
ἰβανατρίς, ίδος, ἡ,
- rope of a draw-well: ἰβανέω, draw water (nisi leg. ἰβανᾶ): ἰβάνη, ἡ, ἴβανον, τό, water-bucket, all in Hsch. ἰβάρβιον· χαλεπόν, ἀνυπόστατον, Id.
ἰβανατρίς, ίδος, ἡ, das Brunnenseil, Hesych.