μουσικά
μουσικά, music
Could not find Μουσικανοῦ in Logeion dictionaries.
Μουσικανοῦ Proper-name noun masculine genitive singular of Μουσικανός
μουσικά
- 1music ἀγλαίζεται δὲ καὶ μουσικᾶς ἐν ἀώτῳ (sc. Ἱέρων) O. 1.15 μουσικὰν ὀρθὰν ἐπιδεικνυμένου (sc. Ἀπόλλωνος) fr. 32.