Τιτανώδης
Τῑτᾱνώδης, ες,
- Titanic, φρόνημα Agatharch. 98; Τιτανῶδες βλέπειν, ἀπιδεῖν, Luc. Tim. 54, Icar. 23.
Τιτανώδης
Τῑτᾱν-ώδης, ες
εἶδος
- Titan-like, Titanic, Τιτανῶδες βλέπειν Luc.