τίτανις
τίτᾰνις [τῐ], εως, ἡ,
- = τίτανος, Lycus ap. Orib. 9.42.1 codd., Adam. Vent. 37, Alex.Trall. 9.3.
τίτανις, εως (ἡ) c. τίτανος, A. Tr. 8, p. 471.
τίτανις, ἡ, = τίτανος, Alex.Trall.