βίδη Save DGE Bailly 2024 βίδη -ης, ἡ término musical inexplicado ὡς ἐπιψάλλειν βίδην τε καὶ ξυναυλίαν S.Fr.60, βίδη· εἶδος. κροῦμα ... ἄλλοι βίθυν Hsch., cf. βίδυν, βυδοί. βίδη, ης (ἡ) air de musique, Soph. fr. 79 ; cf. βυδοί.