βιβλίς
βιβλίς, βιβλίον, cords of βίβλος
βιβλίς, ίδος, ἡ,
- = βιβλίον, EM 197.30.
- II pl., cords of βίβλος, ibid.
βιβλίς, ίδος (ἡ) c. βιβλίον, EM. 197, 30.
βιβλίς, ίδος, ἡ, bes. im plur., = βιβλίον. Auch Seile aus Bast gedreht, EM., s. βυβλίς.