διέδεξε Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands διέδεξε, v. διαδείκνυμι. διέδεξε v. διαδείκνυμι. διέδεξε, v. διαδείκνυμι. διέδεξε Ion. indic. aor. act. 3 sing. van διαδείκνυμι.