διεγερτικός
διεγερτικός, exciting, stimulant
διεγ-ερτικός, ή, όν,
- exciting, stimulant, S.E. M. 6.19; ἀφροδισίων Diph.Siph. ap. Ath. 2.64b, cf. Philum. ap. Orib. Syn. 8.6.4.
1 estimulante, excitante
ἀφροδίσια
• τὰ διεγερτικά (sc. φάρμακα) remedios excitantes Philum. en Orib.Syn.8.5.4.
2 fig. que incita
(ἐπιστολή) διεγερτικὴ πίστεως
• que pone en movimiento, animador
τούτων πάντων δ. τὸ πῦρ
3 subst. τὸ δ. alborada
τῶν ἐπιθαλαμίων ... τινὰ δὲ ὄρθια, ἃ καὶ προσαγορεύεται διεγερτικά
διεγερτικός, ή, όν, propre à réveiller, gén. Ath. 64b, 371b ; Sext. 360 ; A. Quint. p. 111.
Étym. διεγείρω.
διεγερτικός, ή, όν, aufweckend, erregend, τινός, Ath. II.64b u. a.Sp.