διεγγύημα
διεγγύημα, pledge, security
διεγγύ-ημα, ατος, τό,
- pledge, security, PTeb. 5.12 (ii B. C.), BGU 112.12 (i A. D.), etc.
garantía, fianza en préstamos y otras transacciones
τὸ μὲν γὰρ δ. διὰ τῶν λόγων ἀνενήνοχας
πλὴν τῶν μεμισθωμένων εἰς τὸ πατρικὸν [καὶ] ὧν δ. ὑπάρχει
ληφθέντων τῶν καθηκόντων διεγγυημάτων ταύτης τε καὶ τῶν ἄλλων ὠνῶν
καθιστᾶν τὰ καθήκοντα διεγγυήματα
π[ροσ]δέχεσθαι ... οἰκίαν ἐν διεγγυή[ματι
τὰ ὑπάρχοντά μοι ὄντα καθαρὰ ἀπό τε ὀφειλῆς καί ὑ[π]οθήκης καὶ παντὸς διεγγυήματος