διϊκνέομαι
διϊκνέομαι, come through, penetrate; intervene
Could not find διίκετο in Logeion dictionaries.
διίκετο Verb: aorist middle indicative 3rd singular of διϊκνέομαι
- go through, penetrate, ποτὶ τὰν ψυχὰν διʼ ὤτων Ti.Locr. 101a; ἐφʼ ὅσον -εῖται τὸ ὕδωρ Thphr. CP 3.20.4; διῖκτο ἡ δόξα μέχρι βασιλέως Plu. Dem. 20, cf. D.Chr. 12.35; reach, with missiles, Th. 7.79; βραδέως τοῦ παραγγέλματος διικνουμένου Plu. Nic. 27.
- 2 in speaking, go through, tell of, πάντα δ. Il. 9.61, 19.186, A.R. 2.411.
- 3 of Time, intervene, διετοῦς χρόνου διικνουμένου Longus 1.4.
I tr. c. suj. de pers. narrar, contar
ἐξείπω καὶ πάντα διίξομαι
ἐν μοίρῃ γὰρ πάντα διίκεο καὶ κατέλεξας
πάντα διίξομαι ὡς ἐρεείνεις
ταῦτα μὲν ... θαρσαλέως μάλα πάντα διίκεο
todo eso lo has contado muy valientementeἀλλὰ τί σοι τάδε πάντα διίξομαι;
II intr.
1 gener. de abstr. llegar a través de, penetrar c. giro prep.
οὐ γὰρ διικνεῖται ἡ ψύξις εἰς βάθος
ἐπὶ πᾶν διικνεῖσθαι πέφυκε τὸ θεῖον
ἀναβάλλουσιν τὴν κάτωθεν (γῆν) ἐφ' ὅσον διικνεῖται τὸ ὕδωρ
διὰ τὸ μὴ διικνεῖσθαι τὴν φύσιν τῶν φλεβῶν (ἐπὶ ... τοὺς κάτω τόπους)
ἡ τῶν ἀρωμάτων φύσις ... διικνουμένη πρὸς τὰ λεπτομερέστατα τῆς αἰσθήσεως
φωνὰ δ' ἐστὶ μὲν πλᾶξις ἐν ἀέρι διικνουμένα ποτὶ τὰν ψυχὰν δι' ὤτων
οὐδὲ ἀπόρροια διικνεῖται ἀπὸ τῶν ἀπλανῶν ἀστέρων ἐπὶ τὴν γῆν
(σεισμοί) ὅσοι ... ἐπὶ μήκιστον διικνοῦνται τῆς γῆς
οἷον εἰ ἐν κηρῷ βαθεῖ διικνοῖτο εἰς ἔσχατον ... τύπος
τὸν ἔξωθεν ἀέρα †κατὰ βάθους διικνεῖσθαι τοῦ σώματος
ὥστε δι' αὐτοῦ (τοῦ ἀέρος) ... διικνεῖσθαι τὴν ὅρασιν
τὸ τοιοῦτον γιγνόμενον ... μέχρι τῶν θηρίων διικνεῖται
διῖκτο δ' ἡ δόξα μέχρι τοῦ Περσῶν βασιλέως
ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ... διϊκνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς
ἡ δ' ὑστάτη (εὐεργεσία) ... ἐς ὑμᾶς αὐτοὺς διικνεομένη
• sin rég. prep. alcanzar
διὰ τὸ μὴ διικνεῖσθαι τὴν ὄψιν
• transmitirse
θᾶττον ἔτι διικνοῖτ' ἂν ἡ αἴσθησις
la sensación se transmitiría aún más rápidamenteβραδέως δὲ τοῦ παραγγέλματος διικνουμένου
• de los rayos de luz o del fuego propagarse
(τὸ πῦρ) ... διῖκτο πρὸς θάτερον πέρας
ὁ δὲ νεφώδης ἀὴρ ῥᾳδίως διικνουμένας ἔχει τὰς ἀκτῖνας ἅτε μηδὲν ἔχων βάθος
2 de armas alcanzar, dar en el blanco, c. giro prep.
τὰ βέλη ... πρὸς τὰ νῶτα τῶν ἀντιπροσώπων ... διικνεῖσθαι
διϊκνούμενος ταῖς Μούσαις
alcanzando a las Musas
• sin rég. prep. dar en el blanco
διικνοῦντο γὰρ ῥᾷον οἱ ἄνωθεν
τοξότης δ' ἂν ὁ θεὸς παρεισάγοιτο κατά τε τὸ πανταχοῦ διικνεῖσθαι
de Heracles
3 ref. al tiempo transcurrir
διετοῦς χρόνου διικνουμένου
1. doordringen (tot), bereiken,
2. ep. vertellen, met acc.:
1) durchkommen, durchdringen, διʼ ὤτων ποτὶ τὰν ψυχάν, vom Schalle, Tim.Locr. 101a ; εἰς u. πρός τι, Theophr.; auch πείρατʼ ἀέθλων, d.i. bestehen, Ap.Rh. 2.411 ; absolut, διῖκτο ἡ δόξα μέχρι βασιλέως Plut. Dem. 20. Aber διϊκνοῦντο ῥᾷον οἱ ἄνωθεν, sie trafen besser, Thuc. 7.79.
2) in der Rede durchgehen, erzählen ; πάντα Il. 9.61, 19.186.
- 1Dep. to go through, penetrate, Plut.:— to reach, with missiles, Thuc.
- 2in speaking, to go through, recount, Il.